«ΤΟ ΛΥΠΗΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ»

Ζούσε μια φορά, σε μια ψηλή ξύλινη βιβλιοθήκη, ένα βιβλίο που ήταν πολύ λυπημένο και όλο έκλαιγε. Ένα παραμύθι, που ήταν εκεί δίπλα, το ρώτησε:

-Έι! Εσύ γιατί κλαις;

-Τι γιατί, δε βλέπεις; Όλες μου οι σελίδες έχουν σκισμένα κομμάτια! Πώς να μην κλαίω;

-Αλήθεια είσαι περίεργο βιβλίο, γιατί είσαι έτσι;

-Γιατί κάποια παιδάκια έσκισαν τα βιβλία τους και εγώ έχω τα κομμάτια τους και κάθε κομμάτι είναι λυπημένο που το σκίσανε, γι' αυτό κι εγώ είμαι έτσι.

-Πω πω τι κρίμα! Με το δίκιο σου είσαι λυπημένο και για να είσαι εδώ, μάλλον και εδώ μένουν παιδάκια που σκίζουν τα βιβλία. Ωχ! Αρχίζω και φοβάμαι, λες να καταλήξω κι εγώ στις σελίδες σου;

-Ας ελπίσουμε πως όχι.

-Λοιπόν «λυπημένο βιβλίο» έχω μια ιδέα.

-Τι ιδέα;

-Θα συνεννοηθούμε όλα τα βιβλία εδώ και θα εξαφανιστούμε για λίγες  μέρες, θα κρυφτούμε για να μας ψάχνουν τα παιδάκια. Έτσι ίσως καταλάβουν την αξία μας.

-Μμμ... μου φαίνεται καλή ιδέα!

Και έτσι κι έγινε. Την άλλη μέρα το πρωί τα δυο αδερφάκια που έμεναν εκεί, άρχισαν να ψάχνουν τα βιβλία τους και δεν τα έβρισκαν πουθενά. Οι μέρες περνούσαν κι εκείνα άφαντα. Τα παιδιά άρχισαν να στεναχωριούνται, να κλαίνε και να ζητούν τα βιβλία τους. Όταν είδαν έτσι τα παιδιά ξαναγύρισαν στη θέση τους τα βιβλία. Μόλις τα είδαν τα παιδιά ξετρελάθηκαν από τη χαρά τους. Το μεγάλο παιδάκι, έπιασε στα χέρια του «το λυπημένο βιβλίο» και από τη χαρά του άρχισε να το βάφει με πολλά  χρώματα και να του κολλάει όμορφα αυτοκόλλητα.

«Το λυπημένο βιβλίο» άρχισε πλέον να χαμογελά και από λυπημένο βιβλίο, έγινε ένα χρωματιστό χαρούμενο βιβλίο!   

 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΤΣΙΑΚΙΡΗ